Στο όγδοο κεφάλαιο ένας λεπρός αρχίζει να προσκυνάει τον Ιησού και να του λέει: “αν θέλεις, μπορείς να με κάνεις καλά.” Φοβερή κουβέντα. Για να έχουμε μια ιδέα πώς είναι ένας λεπρός, έψαξα στο google και βρήκα την παρακάτω φωτογραφία:

Προφανώς η κατάστασή του ανθρώπου θα ήταν απελπιστική. Μιλάμε για μια εποχή που δεν υπήρχαν φάρμακα για τη λέπρα και που οι λεπροί ήταν απόκληροι της κοινωνίας. Δεν μπορώ να αντιληφθώ το βάθος του ανοίγματος μέσα στην καρδιά του που έκανε ο άνθρωπος αυτός, ο οποίος αντιλαμβάνεται πως ο Ιησούς μπορεί να τον κάνει καλά άμα απλώς το θελήσει… Προσκυνάει λοιπόν τον Ιησού και ανοίγεται σε Αυτόν.
Και ο Χριστός τον ακουμπάει και του λέει: “Θέλω, γίνε καλά!” Φοβερή η κουβέντα του Χριστού. Τι σχόλιο να κάνει κανείς εδώ…
Ο άρρωστος άνθρωπος γίνεται καλά και ο Χριστός του λέει να πάει στον ιερέα και να δώσει τις προσφορές που ορίζει ο νόμος σε μαρτυρία του θαύματος.
Έχουμε λοιπόν έναν πονεμένο άνθρωπο, που η αρρώστιά του του έχει αλλάξει τη ζωή, που ζητάει θεραπεία από τον Ιησού και Εκείνος τον θεραπεύει. Αλλά αμέσως μετά βλέπουμε και άλλον πονεμένο. Έρχεται ο εκατόνταρχος και ζητάει από τον Ιησού να κάνει καλά το παράλυτο παιδί του που βασανίζεται πολύ. Ο ανθρώπινος πόνος δεν έχει τελειωμό και ο Ιησούς ανταποκρίνεται. “Εγώ θα έρθω και θα τον θεραπεύσω” του απαντάει.
Μόνο να φανταστώ μπορώ τι μεγάλη χαρά θα έδωσε αυτή η απάντηση στον πατέρα του παιδιού. Όλοι καταλαβαίνουμε την αγωνία των γονιών για τα παιδιά τους. Ο πατέρας θα πρέπει να είναι πολύ χαρούμενος με την απάντηση που έλαβε. “Εγώ θα έρθω και θα τον θεραπεύσω”.
Η απόκριση όμως του πατέρα είναι απρόσμενη. “Κύριε, δεν είμαι άξιος για να έρθεις στο σπίτι μου”. Αντιλαμβάνεται την απόσταση που τον χωρίζει από την Αγιότητα και ταπεινώνεται. “Πες μόνο λόγο και θα γίνει καλά το παιδί μου”. Τον έχει πείσει τόσο ο Χριστός, που είναι σίγουρος ότι αρκεί να το πει και το παιδί θα γίνει καλά.
Ο Χριστός θαυμάζει την πίστη αυτού του ανθρώπου. “Σε ολόκληρο το Ισραήλ, δε βρήκα τόση πίστη”. Τι άνθρωπος ήταν ο εκατόνταρχος; Πόσο πολύ τον συγκλόνισε η παρουσία του Χριστού; Δεν το χωράει ο νους του ανθρώπου… Οι Ισραηλίτες που ήξεραν τον Θεό δεν είχαν τόση πίστη και όμως ένας Ρωμαίος αφήνει άφωνη την ιστορία με την πίστη και την ταπείνωσή του!
“Ξέρω,” του λέει ο εκατόνταρχος, “γιατί και εγώ είμαι άνθρωπος που έχει άλλους στην εξουσία του. Άμα πω σε κάποιον να κάνει κάτι θα το κάνει. Δίνω εντολές στους στρατιώτες και τις εκτελούν. Ζητάω πράγματα από τους δούλους μου και τα κάνουν.” Είναι φανερό πως ο εκατόνταρχος έχει ενώπιόν του τον Κύριο του ουρανού και της γης. Συνειδητοποιεί πως μιλάει σε Αυτόν που έχει την εξουσία να κάνει το παιδί του καλά.
Η πίστη του Ρωμαίου δεν τον αφήνει ασυγκίνητο. Γυρνάει στον κόσμο και λέει: “Πολλοί από όλον τον κόσμο θα έρθουν και θα γιορτάσουν μαζί με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ στη βασιλεία των ουρανών, αλλά οι γιοι της βασιλείας θα πεταχτούν στο πιο απομακρυσμένο σκοτάδι, εκεί που είναι ο θρήνος και που τρίζουν τα δόντια.” Ο Χριστός ανταποκρίνεται στο αίτημα του πατέρα. “Πήγαινε, και όπως πίστευσες θα γίνει”. Και το παιδί του έγινε καλά.
Στη συνέχεια ο Χριστός πηγαίνει στο σπίτι του Πέτρου. Εκεί βρίσκει την πεθερά του να ψήνεται στον πυρετό. Ακουμπάει το χέρι της και αυτή γίνεται καλά. Σηκώνεται από το κρεβάτι και τον περιποιήθηκε. Το απόγευμα πηγαίνουν σε αυτόν πολλούς δαιμονισμένους, που βασανίζονταν από τους δαίμονες και υπέφεραν και αυτοί και οι οικογένειές τους. Και ο Χριστός έδιωχνε τα πνεύματα με τον λόγο του και θεράπευε τους αρρώστους. Εκείνο το απόγευμα πραγματοποιήθηκε η προφητεία του προφήτη Ησαΐα που έλεγε: “Αυτός πήρε τις αρρώστιές μας και βάσταξε τις νόσους μας.”
Εντυπωσιακός ο τρόπος που το θέτει ο προφήτης Ησαΐας! Και πολύ εντυπωσιακό το απόγευμα εκείνο, έτσι όπως το περιγράφει ο ευαγγελιστής Ματθαίος. Άλλη μια σκηνή για την οποία δεν μπορώ να κάνω κάποιο σχόλιο…
Η αφήγηση συνεχίζει με τον Ιησού να βλέπει τα πλήθη που έρχονται σε αυτόν και να θέλει να φύγει, να προτιμάει την ησυχία. Ένας γραμματέας του λέει: “Κύριε, θα σε ακολουθήσω όπου και αν πας!” Και η απάντηση του Ιησού με αφήνει άφωνο: “Οι αλεπούδες και τα πουλιά του ουρανού έχουν φωλιές, αλλά ο Υιός του ανθρώπου δεν έχει πού να ακουμπήσει το κεφάλι του.”
Ένας άλλος από τους μαθητές του του λέει: “Κύριε, επίτρεψέ μου πρώτα να πάω και να θάψω τον πατέρα μου” και ο Χριστός του απαντάει: “Ακολούθησέ με και άσε τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους.” Μπορεί να μην έχει δωμάτιο δικό Του, αλλά Αυτός είναι Εκείνος που δίνει απλόχερα τη Ζωή, Εκείνος που έχει σημασία. “Ακολούθα εμένα,” σα να του λέει, “και άσε τον κόσμο.”
Μπαίνει σε ένα πλοίο με τους μαθητές του και κουρασμένος όπως ήταν ξάπλωσε και κοιμήθηκε. Τότε ξέσπασε μια μεγάλη καταιγίδα και οι μαθητές του τρόμαξαν και τον ξύπνησαν: “Κύριε, σώσε μας! Χαθήκαμε!” Και Εκείνος τους απαντά: “Γιατί είστε δειλοί; Μα τόσο λίγη πίστη έχετε;” Και γυρνάει στους ανέμους και τους μίλησε επιτιμητικά και οι άνεμοι σταμάτησαν να φυσούν και η θάλασσα ηρέμησε. Οι άνθρωποι όμως εντυπωσιάστηκαν. “Ποιος είναι αυτός που και η θάλασσα και οι άνεμοι τον υπακούνε;”
Μετά φτάνουν σε μια περιοχή, στη χώρα των Γεργεσηνών, και συναντούν τον Χριστό δυο δαιμονισμένοι. Αυτοί έβγαιναν από τα μνημεία των νεκρών και ήταν πολύ δυνατοί και δεν άφηναν κανένα να περάσει από τον δρόμο αυτό. Με το που είδαν όμως τον Ιησού φώναξαν με δύναμη: “Τι κοινό έχεις Εσύ με εμάς, Ιησού, Υιέ του Θεού; Ήρθες να μας βασανίσεις πριν την ώρα μας;”
Αυτοί που δεν μπορούσαν να τιθασευτούν από άνθρωπο, στη θέα του Ιησού φρίττουν και αρχίζουν τα παρακάλια: “Αν μας εκδιώξεις, επίτρεψέ μας να πάμε στην αγέλη των γουρουνιών που βόσκει εδώ κοντά!” “Πηγαίνετε!” τους λέει ο Χριστός. Και αμέσως εξέρχονται από τους ανθρώπους που καταδυνάστευαν, μπαίνουν στα γουρούνια και αυτά σαν τρελά πέφτουν στον γκρεμό και σκοτώθηκαν στη θάλασσα. Οι βοσκοί των χοίρων είδαν τι συνέβη, έφυγαν τρέχοντας και είπαν στην πόλη τι συνέβη με τους δαιμονισμένους. Και όλη η πόλη πήγε να συναντήσει τον Ιησού και τον παρακαλούσαν να φύγει από τα μέρη τους.
Απίστευτοι τύποι! Αντί να δεξιωθούν τον Κύριο που ήρθε φέρνοντας θεραπεία και πλούσια δώρα στον κόσμο, του λένε να μην κάτσει στιγμή μαζί τους, αλλά να φύγει για αλλού! Αντί να χαρούν και να γιορτάσουν που δυο καταταλαιπωρημένοι συμπολίτες τους έγιναν καλά και απαλλάχτηκαν από το δυσβάσταχτο φορτίο τους, αυτοί διώχνουν τον Ευεργέτη. Φαίνεται πως η ζωή τους ερχόταν σε σύγκρουση με την Αλήθεια του Θεού και δεν άντεχαν τον έλεγχο.
Δεν ήταν μόνο τα γουρούνια που έβοσκαν, σε αντίθεση με τον μωσαϊκό νόμο που απαγόρευε στους Ισραηλίτες να τρώνε χοιρινό (αν ήταν κιόλας Ισραηλίτες), αλλά εν γένει η ζωή τους είχε τον δικό της προσανατολισμό και δεν άντεχε την παρουσία του Θεού. Έτσι λοιπόν αντί να υποδεχτούν τον Άγιο του Θεού, Τον διώχνουν μακρυά, χάνοντας την ευκαιρία να γίνουν και εκείνοι καλά, όπως έγιναν οι δυο συμπολίτες τους οι οποίοι βρήκαν την ειρήνη μετά από τη φοβερή σκλαβιά που τους επέβαλλαν οι δαίμονες.
Ετικέτες: προφήτης, ησυχία, Αβραάμ, σκοτάδι, Υγεία, βασιλεία, Πέτρος, θεραπεία, κόσμος, Νόμος, λεπρός, αρρώστια, πόνος, άνοιγμα, εκατόνταρχος, παιδί, παράλυτος, ανάξιος, ταπείνωση, πίστη, εξουσία, Ισραήλ, πεθερά, πυρετός, δαιμονισμένοι, σπίτι, νεκροί, δειλία, καταιγίδα, πλοίο, άνεμοι, χοίροι, δώρα, Άγιος, Γεργεσηνοί