ΚΡΙΤΑΙ, 8

Φεβρουαρίου 11, 2014

Στο όγδοο κεφάλαιο των Κριτών βλέπουμε το διπλό τέλος, στην αρχή του κεφαλαίου το τέλος των βασιλιάδων της Μαδιάμ στα χέρια του Γεδεών αλλά και του ίδιου του Γεδεών στο τέλος του κεφαλαίου. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε κοινό το τέλος, και οι φίλοι του Θεού και αυτοί που έχουν απομακρυνθεί από Αυτόν. Και τίποτα στην πνευματική μας ζωή δεν έχει κριθεί πριν φτάσουμε στο τέλος. Όσο ζούμε μπορούμε και να πέσουμε και να σηκωθούμε.

Το κεφάλαιο ξεκινάει με μια διένεξη μεταξύ του Γεδεών και της φυλής Εφραίμ γιατί δεν προσκλήθηκαν οι άνδρες της φυλής του Εφραίμ στην επίθεση εναντίον της Μαδιάμ. Ο Γεδεών αποκρίνεται πως η δόξα της φυλής του Εφραίμ είναι μεγαλύτερη από τη δικιά του, γιατί ο Θεός παρέδωσε σε αυτούς τους δυο αρχηγούς της Μαδιάμ, τον Ωρήβ και τον Ζηβ. Εκείνοι λοιπόν είναι ανώτεροι του Γεδεών, γιατί σκότωσαν τους αρχηγούς της Μαδιάμ. Αυτή η απόκριση, που φανερώνει ότι ο Θεός χρησιμοποιεί τους πάντες στο σχέδιό του και μεγαλύνει όποιον Εκείνος διαλέξει, τους ικανοποίησε και έδωσε τέλος στη διένεξη.

Στην συνέχεια, ακολουθούμε τον Γεδεών καθώς προσπαθεί με τριακόσιους άντρες να νικήσει τα υπολείμματα του στρατού της Μαδιάμ που προσπαθούν να ξεφύγουν υπό την αρχηγία του Ζεβεέ και του Σελμανά. Οι άντρες του Γεδεών όμως είναι εξαντλημένοι και πεινασμένοι και ζητάει βοήθεια από τους άρχοντες του Σοκχώθ και τους άνδρες του Φανουήλ, όμως εκείνοι αρνήθηκαν να προσφέρουν φαγητό στους πεινασμένους, αμφισβητώντας τη νίκη του Θεού και του Γεδεών απέναντι στον στρατό της Μαδιάμ. Επειδή όμως ο Θεός είναι πιστός, ο Γεδεών ξέρει πως θα νικήσει και τους λέει πως θα τους τιμωρήσει για την σκληροκαρδία και την απιστία τους μόλις ολοκληρώσει την νίκη του.

Πράγματι, ο στρατός του Γεδεών με τη βοήθεια του Θεού πετυχαίνει νίκη απέναντι στους δεκαπέντε χιλιάδες στρατιώτες της Μαδιάμ, εφαρμόζοντας συγκεκριμένη στρατηγική. Οι δυο βασιλιάδες της Μαδιάμ ξεφεύγουν, όμως ο Γεδεών τους κυνηγάει και τους συλλαμβάνει. Επιστρέφοντας, δείχνει τους κρατούμενους βασιλιάδες στους κατοίκους του Σοκχώθ και του Φανουήλ και τους τιμωρεί για την απιστία και την σκληροκαρδία τους, εκπληρώνοντας την υπόσχεσή του. Προτίμησαν να δουν την αναμέτρηση με όρους αριθμητικούς και να υπολογίσουν ότι θα νικήσουν οι εχθροί του Γεδεών που υπερτερούσαν αριθμητικά και δε θέλησαν να δώσουν βοήθεια στους στρατιώτες που είχαν ανάγκη.

Έρχεται η στιγμή να δει πώς θα μεταχειριστεί τους κρατούμενους. Κουβεντιάζει μαζί τους και από την κουβέντα προκύπτει ότι αυτοί σκότωσαν τα αδέρφια του στο Θαβώρ. Αποφασίζει λοιπόν να τους θανατώσει, λέγοντάς τους ότι αν εκείνοι είχαν δείξει φιλανθρωπία και δεν είχαν σκοτώσει την οικογένεια του Γεδεών, θα τους είχε χαρίσει και εκείνος τη ζωή. Οι επιλογές που παίρνουμε, ακόμα και στον πόλεμο, έχουν επίπτωση στην ψυχή μας και την ίδια μας τη ζωή.

Ο Γεδεών δίνει εντολή στον πρωτότοκο γιο του να εκτελέσει τους δυο βασιλιάδες, όμως εκείνος δεν το κάνει. Οι βασιλιάδες καλούν τον ίδιο τον Γεδεών να τους θανατώσει. Ο μικρός γιος αν και είχε το δικαίωμα ως πρωτότοκος, δεν ήταν άμεσα εμπλεκόμενος στην υπόθεση ώστε να βρει τη δύναμη και να σηκώσει το σπαθί του απέναντι στους δυο βασιλιάδες. Σωστά λοιπόν το νέο παιδί δεν κάνει μια πράξη που ταιριάζει στον βετεράνο του πολέμου πατέρα του.

Ο λαός του Ισραήλ αναγνωρίζει την στρατιωτική επιτυχία επί της Μαδιάμ και ζητά από τον Γεδεών να γίνει κυβερνήτης του. Ο λαός ζητά να κυβερνηθεί από τον Γεδεών και από τη γενιά του Γεδεών, όμως ο Γεδεών υπενθυμίζει στους Ισραηλίτες ότι ο Θεός είναι Αυτός που έφερε τη νίκη και Αυτός είναι Εκείνος που θα κυβερνήσει τον λαό Του. Για τον εαυτό του ζητά από ένα χρυσό σκουλαρίκι που φορούσαν οι ηττημένοι. Με το χρυσάφι κατασκευάζει ένα ιερατικό ρούχο, το εφώδ, το οποίο γίνεται αντικείμενο λατρείας από τον λαό που παρομοιάζεται με πόρνη γιατί γρήγορα ξέχασε τον Θεό που του χάρισε τη νίκη επί των εχθρών του και κατέφυγε όχι απλά σε άψυχα αντικείμενα, αλλά σε αντικείμενα που φτιάχτηκαν από τα τρόπαια της ίδιας της νίκης που τους χάρισε ο Θεός.

Από τη μία ο Γεδεών βάζει τα πράγματα στη σωστή τους βάση, λέγοντας πως ο Θεός έφερε τη νίκη και πως ο Θεός βασιλεύει στο Ισραήλ. Θα μπορούσε να δεχτεί να είναι εκείνος ο κυβερνήτης του λαού. Όμως εξηγεί στον λαό ποιος πραγματικά κυβερνά. Από την άλλη, ο λαός δείχνει να προτιμά κάτι γήινο, έναν άνθρωπο για βασιλιά, ένα είδωλο για θεό. Και με την επιθυμία του Γεδεών για το χρυσάφι και το ειδικό ένδυμα που ετοίμασε με αυτό, δίνεται η δυνατότητα να αποκαλυφθεί η καρδιά κάθε Ισραηλίτη, γιατί όλοι λάτρεψαν το χρυσό ρούχο αντί για τον Ζώντα Θεό. Το εφώδ γίνεται παγίδα για τον Γεδεών και την οικογένειά του. Δε διευκρινίζει όμως το κείμενο με ποια έννοια γίνεται παγίδα. Λάτρεψε και ο Γεδεών το είδωλο μαζί με τον λαό; Ή επειδή αποτέλεσε αφορμή για να στραφεί ο λαός στην ειδωλολατρία εγγράφεται στις αρνητικές στιγμές του Γεδεών; Δεν είναι σαφές στο μυαλό μου τι από αυτά ισχύει.

Όπως και να ‘χει, η νίκη επί της Μαδιάμ αποδεικνύεται οριστική. Ο Γεδεών, μετά από σαράντα ειρηνικά χρόνια, πεθαίνει σε μεγάλη ηλικία και αφού έχει πρώτα αποκτήσει εβδομήντα γιους από διαφορετικές γυναίκες -ενώ υπάρχει και ένας γιος, ο Αβιμέλεχ, από μία παλλακίδα του Γεδεών- και θάβεται σε οικογενειακό τάφο στη γενέτειρά του. Με το τέλος όμως του φίλου του Θεού, τελειώνει και η σχέση του λαού με τον Θεό. Ο λαός ξεχνά Αυτόν που τον έσωσε από τους εχθρούς του και στρέφεται στον Βάαλ. Ο Ισραήλ ζητά να κάνει διαθήκη με τον Βάαλ. Μαζί με τον Θεό, ο λαός ξεχνά και την υποχρέωση που είχε στην οικογένεια του Γεδεών. Πόσο δύσκολη είναι η απευθείας σχέση των ανθρώπων με τον Θεό! Πόσο απαραίτητη είναι η ύπαρξη των Αγίων, η παρουσία των φίλων του Θεού, η ένσαρκη υπενθύμιση της ύπαρξης του Θεού. Όταν χάνονται αυτοί που γνωρίζουν και υπηρετούν τον Θεό, ο Ισραήλ, ο Άνθρωπος, χάνει εκείνους που τον συνδέουν μαζί Του. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη διαρκούς υπενθύμισης της Δύναμης και του Ελέους του Θεού. Αλλιώς ξεχνιέται και οδηγείται σε μονοπάτια αδιέξοδα.

Ιακώβου, 3

Φεβρουαρίου 16, 2009

Πάμε στο τρίτο κεφάλαιο όπου ο Απόστολος καταπιάνεται με κάτι πολύ σημαντικό. Πόσο δύσκολο είναι να ελέγξουμε τη γλώσσα μας! Όμως για τον Χριστιανό είναι μονόδρομος. Ο δρόμος για την τελειότητα περνάει μέσα από το να φτιάξουμε τον εσωτερικό μας κόσμο ώστε η γλώσσα μας να κάνει καρπούς γλυκούς, ευάρεστους στον Θεό.

Αχ Απόστολε Ιάκωβε, μακάρι να μας έλεγες αναλυτικά πώς θα φτάσουμε σε αυτό το σημείο, να μην πληγώνουμε και αδικούμε τους άλλους με τη γλώσσα μας! Γιατί πράγματι, ο πλούτος των εικόνων που χρησιμοποιείς σε αυτό το κεφάλαιο, εκφράζει γλαφυρά τη σημασία της γλώσσας και του λόγου και της συμπεριφοράς μας στους άλλους. Έτσι είναι, όπως τα λες!

Στη συνέχεια ο Απόστολος μιλάει για τη σοφία που δίνεται στον άνθρωπο ως δώρο από τον Θεό. Αυτή η σοφία είναι γεμάτη αγνότητα και ειρήνη, επιείκεια και ευπείθεια, έλεος και αγαθούς καρπούς, ανυπόκριτη. Και έρχεται ως καρπός της δικαιοσύνης σε αυτούς που φέρνουνε ειρήνη και κάνουν δίκαια έργα.

Σε αντίθεση με αυτή τη σοφία, που δίνεται από τον Θεό βρίσκεται ο επίγειος ζήλος των ανθρώπων, που πάει μαζί με καυγάδες και τσακωμούς και κακά πράγματα. Τέτοια σοφία δεν ωφελεί και απατάται όποιος υπερηφανεύεται για αυτήν. Η σοφία που έρχεται από τον Θεό φαίνεται από την καλή συμπεριφορά του ανθρώπου και από έργα πραότητας.

Ας μην μπερδεύουμε λοιπόν το ουράνιο φαινόμενο της σοφίας, που είναι καρπός της δικαιοσύνης και της ειρήνης, και αποτελεί δώρο Θεού, με τις δαιμονικές καταστάσεις που φέρνουν καυγάδες και κάθε κακία.

Αυτός λοιπόν είναι ο δρόμος. Κάνοντας έργα δικαιοσύνης και ειρήνης, σιγά σιγά, ο Θεός θα φτιάξει τον εσωτερικό μας κόσμο και θα μας δώσει σοφία που καρποφορεί.

Ιακώβου, 2

Φεβρουαρίου 11, 2009

Στο δεύτερο κεφάλαιο, ο Απόστολος Ιάκωβος μας μιλάει για το πώς πρέπει να συμπεριφερόμαστε στους συνανθρώπους μας. Ξεκινά με την εκκλησία και με τη σημασία που πρέπει να δίνουμε στους πλούσιους. Ο Θεός διάλεξε τους φτωχούς του κόσμου και τους έδωσε πνευματικό πλούτο. Αν εμείς εξακολουθούμε να κάνουμε διακρίσεις υπέρ των πλουσίων, αυτό σημαίνει ότι δεν καταλάβαμε καλά τα πράγματα και ότι δεν είμαστε σύμφωνοι με το ευαγγέλιο.

Να ξεχωρίζουμε τους ανθρώπους και να υποκλινόμαστε στον πλούτο είναι λάθος. Ο Θεός δεν υποκλίνεται στον πλούτο και θέλει και οι άνθρωποί του να μην υποκλίνονται. Το να μεροληπτούμε υπέρ συγκεκριμένων προσώπων είναι αμαρτία για το ευαγγέλιο, και όποιος το κάνει είναι ένοχος για το ευαγγέλιο και δε σώζεται. Επομένως, δεν πρέπει να ταπεινώνουμε τους φτωχούς και να εξυψώνουμε τους πλούσιους. Αυτοί καταδυναστεύουν τον κόσμο, και η εξουσία τους δεν έχει θέση στην εκκλησία του Χριστού, του Κυρίου της δόξης.

Να ζούμε και να συμπεριφερόμαστε γνωρίζοντας ότι θα κριθούμε από τον νόμο της ελευθερίας που κήρυξε ο Χριστός. Για αυτόν τον λόγο να είμαστε ελεήμονες, γιατί αν δεν είμαστε, δε θα βρούμε έλεος και εμείς στην κρίση. Αν όμως έχουμε έλεος, τότε έχουμε και παρρησία ενώπιον του Θεού και υπερβαίνουμε την κρίση.

Ας μη νομίζουμε πως θα σωθούμε χωρίς έλεος. Όσο και να λέμε ότι πιστεύουμε, άμα δε βοηθάμε τους συνανθρώπους μας και δε δίνουμε παρηγοριά στους γύρω μας δε σωζόμαστε. Αν δεν έχουμε έργα ελέους, η πίστη μας είναι νεκρή. Για αυτό λοιπόν ας δείχνουμε την χριστιανική μας πίστη από τα καλά μας έργα.

Άλλωστε και ο πατέρας μας ο Αβραάμ δικαιώθηκε ενώπιον του Θεού από τα έργα του, και η πίστη του βοηθούσε στα έργα του και τα έργα του έφτασαν την πίστη του στην τελείωση. Ο άνθρωπος δε γίνεται δίκαιος μόνο με την πίστη, αλλά από τα έργα του. Έτσι ακριβώς και η Ραάβ, η οποία αν και ήταν πόρνη, έγινε δίκαιη με τα έργα της. Χωρίς έργα, η πίστη είναι ένα νεκρό κουφάρι.

Ιακώβου, 1

Φεβρουαρίου 10, 2009

Ας περάσουμε σε μια άλλη επιστολή που αγαπώ πολύ, την επιστολή του Ιακώβου.

Ξεκινά ομολογώντας την πίστη του στον Θεό και στον Κύριο Ιησού Χριστό, χαιρετώντας τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ που βρίσκονται στην διασπορά.

Από την αρχή βουτάει στα βαθιά. Όταν αντιμετωπίζουμε δυσκολίες, λέει ο καταπληκτικός αυτός άνθρωπος, να χαιρόμαστε, γιατί όλα αυτά οδηγούν στην τελείωση του ανθρώπου, δια της πίστεως και της υπομονής.

Στη συνέχεια βεβαιώνει πως αν ζητήσει κάποιος από αυτούς στους οποίους απευθύνεται η επιστολή από τον Θεό με απλότητα να του δώσει σοφία, θα τη λάβει, γιατί ο Θεός δεν εξουθενώνει τον άνθρωπο, αλλά ρίχνει το βλέμμα του με συμπόνοια σε αυτούς που τον παρακαλάνε και που Του δείχνουν εμπιστοσύνη.

Αυτή η κορυφή της σοφίας, ο Ιάκωβος, ο αδερφός του Κυρίου, συμβουλεύει και τους φτωχούς και τους πλούσιους για το πώς να ζουν για να αρέσουν στον Κύριο και να γίνουν τέλειοι. Οι φτωχοί να χαίρονται για τον πνευματικό πλούτο που τους δόθηκε, και οι πλούσιοι με την ταπείνωσή τους και όχι με τον πλούτο τους, γιατί ο πλούτος είναι παροδικός και δεν ακολουθεί τον άνθρωπο όταν αυτός πεθάνει.

Όπως το χορτάρι και τα λουλούδια μαραίνονται από τον ήλιο και πεθαίνουν, έτσι και ο ανθρώπινος πλούτος. Για αυτό τον λόγο οι πλούσιοι θα πρέπει να είναι προσεκτικοί να μην εμπιστευτούν τον πλούτο τους, που θα τον χάσουν ούτως ή άλλως, αλλά τον Θεό και να ζουν με ταπείνωση προς όλους. Όλοι είμαστε έργα του Θεού και αδέρφια μεταξύ μας.

Επανέρχεται ο Απόστολος στο ζήτημα των κακών και της υπομονής. Δεν πειραζόμαστε λέει από τον Θεό, αλλά από τη δικιά μας επιθυμία. Όλα τα καλά και όλα τα τέλεια δώρα έρχονται από τον Θεό, τον Πατέρα των Φώτων, ο οποίος θέλησε και μας γέννησε, για να γίνουμε αρχή των κτισμάτων του.

Ο φιλάνθρωπος και ελεήμων Θεός, ο οποίος δεν αλλάζει, αλλά μένει φιλάνθρωπος και ελεήμων εις τους αιώνες, Αυτός είναι πέρα από κάθε κακό, και δεν πειράζει κανέναν. Εμείς όμως, ακολουθώντας την επιθυμία μας, που μας δελεάζει, μπαίνουμε μόνοι μας σε πειρασμούς και κάνουμε την αμαρτία και γέννημα της αμαρτίας είναι ο θάνατος.

Ο Απόστολος συνεχίζει τις συμβουλές του, για να μας οδηγήσει στην τελειότητα. Να θέλουμε να ακούμε και να μαθαίνουμε, αλλά να μη βιαζόμαστε να απαντήσουμε και να οργηστούμε. Δεν οδηγεί η οργή στον Θεό. Γι’ αυτό ας βάλουμε στην άκρη την κακία και όλα αυτά τα άσχημα πράγματα που λερώνουν τις καρδιές μας και με πραΰτητα ας υποδεχτούμε τον έμφυτο λόγο που μπορεί να σώσει τις ψυχές μας.

Αλλά να μην ακούμε μόνο τον λόγο. Να κάνουμε πράξη αυτά που ακούμε. Η σωτηρία δεν έχει να κάνει με την ακρόαση ή την ανάγνωση λόγων, αλλά με την πραγματοποίηση των γραμμένων.

Αν κάποιος νομίζει πως είναι θρήσκος αλλά δεν μπορεί να χαλιναγωγήσει τη γλώσσα του, αυτός κοροϊδεύει τον εαυτό του και η θρησκεία του είναι μάταιη. Η θρησκεία που θέλει ο Θεός είναι να επισκεπτόμαστε τα ορφανά και τις χήρες όταν πενθούν, κρατώντας τους εαυτούς μας καθαρούς από τον κόσμο.

Μεγάλε Άγιε Ιάκωβε, σε ευχαριστώ για τη σοφία που μοιράστηκες μαζί μας με την επιστολή σου, και εύχομαι να μπορέσω να κάνω και εγώ πράξη αυτά που είναι γραμμένα εκεί.

Ιωάννου Α’, 5

Ιανουαρίου 20, 2009

Ο Απόστολος Ιωάννης με γλαφυρό τρόπο μιλάει για την καινούρια ζωή που χάρισε ο Χριστός στον κόσμο. Ζωή αληθινή, πέρα από φαντασίες και πεποιθήσεις, ζωή που έχει να κάνει με την αγάπη προς όλους τους ανθρώπους και με την αγάπη προς τον Θεό. Έχοντας μεταβεί από την απλή ζωή στην εν Χριστώ ζωή, ο Απόστολος δε διστάζει να μιλήσει με τόλμη και να πει πως όσοι δεν αποδέχονται τον Ιησού Χριστό, δεν μπορούν και να μας μιλάνε για αληθινή ζωή γιατί δεν έχουν γνωρίσει πραγματικά τον Θεό.

Ο Θεός έχει πιστοποιήσει ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του, με τη νέα ζωή που μας έδωσε δι’ Αυτού, και ο ίδιος ο Ιησούς το πιστοποιεί με την Θυσία του στον Σταυρό για εμάς και για όλο τον κόσμο. Και το Άγιο Πνεύμα το βεβαίωσε, με τη βάφτιση του Ιησού στον Ιορδάνη, το Άγιο Πνεύμα που επικαλούμαστε και στις δικές μας βαφτίσεις.

Με την πίστη λοιπόν στον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού, μπορούμε να νικήσουμε τον κόσμο, και να ζήσουμε τη νέα ζωή, τηρώντας τις εντολές του Χριστού και αφήνοντας πίσω μας την αμαρτία. Έτσι, έχοντας την καινούρια ζωή, έχουμε και παρρησία απέναντι στον Θεό, και Εκείνος μας ακούει και μας δίνει αυτά που ζητάμε κατά το θέλημά του.

«Παιδάκια μου», τελειώνει την επιστολή ο Απόστολος Ιωάννης, «προσέχετε τα είδωλα. Φυλαχτείτε. Αμήν.»

Ιωάννου Α’, 4

Ιανουαρίου 18, 2009

Το τέταρτο κεφάλαιο αναφέρεται στους ψευδοπροφήτες και στη γνώση του Θεού.

Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι δε γνωρίζουν τον Θεό και όμως θέλουν να μιλάνε για Αυτόν και να διδάσκουν τον κόσμο. Και μάλιστα, έχουν και οπαδούς! Επειδή κοιτάζουν να εξυπηρετήσουν το συμφέρον τους, είναι συντονισμένοι με ένα μέρος των ανθρώπων που κάνει παρόμοιο τρόπο ζωής και έτσι γίνονται αποδεκτοί από αυτούς ως όμοιοι με αυτούς. Για αυτό το λόγο είναι σημαντικό οι Χριστιανοί να διακρίνουν μεταξύ αυτών που μιλούν για τον Θεό και να δουν ποιος μιλάει επειδή αγαπάει και γνωρίζει τον Θεό και ποιος λέει πράγματα που δεν είναι αληθινά.

Πώς όμως φτάνουμε στην γνώση του Θεού; Γιατί οι ψευτοπροφήτες είναι ψεύτικοι; Για τον Απόστολο Ιωάννη το ζήτημα είναι απλό. Η γνώση του Θεού συνδέεται με την αγάπη. Για να γεννηθείς από τον Θεό και να Τον γνωρίσεις, πρέπει να ανταποκριθείς στην αγάπη του Θεού, ο Οποίος τόσο πολύ μας αγάπησε που έστειλε τον μονογενή του Υιό ώστε να πλυθούμε και να γίνουμε καθαροί από τις αμαρτίες μας. Τόσο πολύ μας αγάπησε ο Θεός και αυτό μας εμπνέει να Τον αγαπήσουμε και εμείς. Και για να Τον αγαπήσουμε, ξεκινάμε πρώτα αγαπώντας ο ένας τον άλλον. Άλλωστε, αν δεν αγαπάμε τους άλλους ανθρώπους με τους οποίους ερχόμαστε σε επαφή καθημερινά, πώς μπορούμε να πούμε πως αγαπάμε τον Θεό τον Οποίο δε βλέπουμε;

Έτσι λοιπόν, δια της αγάπης, έρχεται το Άγιο Πνεύμα σε εμάς και τότε γνωρίζουμε ότι ο Θεός μένει με εμάς, τότε γνωρίζουμε ότι ο Θεός απέστειλε τον Υιό του ως Σωτήρα του κόσμου, τότε γνωρίζουμε ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού και ότι ο Θεός μας αγαπάει. Με την αγάπη ο φόβος που ως άνθρωποι μπορεί να έχουμε απέναντι στον Θεό χάνεται και έτσι μπορούμε με θάρρος ελεύθερα να τον απαντήσουμε την ημέρα της κρίσεως.

Αυτοί που φοβούνται τις τιμωρίες δεν είναι ακόμα τέλειοι στην αγάπη. Ο Θεός δε μας τιμωρεί, ο Θεός μας αγαπάει. Όλους. Και αυτό μπορούμε να το γνωρίσουμε δια της αγάπης. Η αγάπη του Θεού και η αγάπη των άλλων ανθρώπων πάνε μαζί. Αχ, Απόστολε Ιωάννη, με πόση σαφήνεια εξηγείς την Χριστιανική πίστη!

Ιωάννου Α’, 3

Ιανουαρίου 6, 2009

Στο τρίτο κεφάλαιο της πρώτης επιστολής, ο Απόστολος Ιωάννης μιλάει για τη νέα ζωή που έδωσε ο Θεός δια του Χριστού στον άνθρωπο αλλά και για τη διαφορά της από το σκοτάδι της αμαρτίας.

Ο Απόστολος Ιωάννης μιλάει για τη δυνατότητα που έδωσε ο Χριστός σε αυτούς που θα πιστέψουν στο όνομά του και θα δεχτούν τον λόγο του να μεταβούν από τον θάνατο στη ζωή. Θάνατος είναι να μισούμε τους συνανθρώπους μας και να ζούμε τη ζωή μας με κέντρο το εγώ μας. Ζωή είναι να αγαπάμε τους άλλους ανθρώπους και να ζούμε θυσιαζόμενοι για τους άλλους. Υπόδειγμα ζωής είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο οποίος έδωσε τη ζωή του για εμάς.

Να αγαπάμε λοιπόν, αλλά να αγαπάμε αληθινά και όχι στα λόγια! Τέτοια αγάπη δεν φέρνει ζωή. Αληθινά και με πράξεις πρέπει να είναι η αγάπη μας. Άμα είναι αληθινή, δεν περιορίζεται στα λόγια, αλλά κάνει και πράξεις. Βέβαια, πράξεις μπορεί να έχουμε και χωρίς αγάπη. Αλλά τότε δε σημαίνουν τίποτα.

Αγάπη και όχι αμαρτία έχει η ζωή αυτού που γεννήθηκε άνωθεν και έγινε υιός του Θεού. Με τον Χριστό, οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να γίνουν υιοί του Θεού. Υπό μία έννοια, η δημιουργία του ανθρώπου δεν έχει ολοκληρωθεί, αλλά ο άνθρωπος δημιουργείται αυτή τη στιγμή. Δε βλέπουμε ολοκληρωμένο τον άνθρωπο. Όταν ο άνθρωπος γίνει ολοκληρωμένος θα δει τον Θεό όπως Εκείνος είναι. Εν τω μεταξύ, να αθλούμαστε στην αγνότητα οι Χριστιανοί, με ελπίδα ότι κάποτε θα ολοκληρωθούμε και θα γίνουμε όμοιοι με τον Θεό.

Επομένως, με καθαρή τη συνείδηση, ας ακολουθούμε τις εντολές του Θεού, ας ακολουθούμε τον Χριστό και ας προσευχόμαστε δια του Χριστού στον Θεό, ο οποίος και θα μας δίνει απλόχερα αυτά που θα του ζητάμε. Τηρώντας τις εντολές, γνωρίζουμε ότι μένουμε με τον Θεό και Αυτός μας ακούει και μας δίνει όταν Του ζητάμε.

Ιωάννου Α’, 2

Ιανουαρίου 5, 2009

Στο δεύτερο κεφάλαιο της επιστολής, ο Απόστολος Ιωάννης μιλάει για την αμαρτία, την γνώση του Θεού, την αγάπη, την πονηρία και τους ψευδοδιδασκάλους.

Για την αμαρτία λέει πως άμα αμαρτήσουμε, μπορούμε να στηριχτούμε στον Χριστό και να λάβουμε συγχώρεση από τον Θεό.

Για τη γνώση του Θεού, λέει ότι εξαρτάται από την τήρηση των εντολών του Χριστού. Με έναν μυστήριο τρόπο, μέσα από την τήρηση των εντολών ο άνθρωπος γνωρίζει τον Θεό, μέσα δηλαδή στις ίδιες τις εντολές βρίσκεται η γνώση του Θεού.

Για την αγάπη λέει πως το σκοτάδι χάνεται και το αληθινό φως ήδη φώτισε. Αυτοί που βρίσκονται στο φως αγαπούν τους αδερφούς, αλλά αυτοί που βρίσκονται στο σκοτάδι μισούν τους αδερφούς. Το μίσος τυφλώνει την καρδιά. Αντίθετα, ο δρόμος του Χριστιανισμού περνάει μέσα από την αγάπη για τον συνάνθρωπο.

Για την πονηρία λέει πως ο καιρός της τέλειωσε. Έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για την ένδοξη παρουσία του Χριστού. Υπάρχει καλή επιθυμία και κακή επιθυμία. Επιθυμία που φέρνει ζωή και επιθυμία που φέρνει σκοτάδια. Το να θέλουμε να γεμίσουμε με ηδονές και να επιδεικνυόμαστε είναι κενό. Αυτό που γεμίζει τον άνθρωπο είναι να ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.

Για τους ψευτοδιδάσκαλους λέει πως διδάσκουν ότι ο Ιησούς δεν είναι ο Μεσσίας, ότι υπάρχει σωτηρία όχι στις εντολές του Χριστού, αλλά σε άλλα πράγματα. Όμως ο Απόστολος Ιωάννης γνωρίζει πως όποιος δεν έχει μέσα του τον Χριστό, δεν έχει ούτε τον Θεό, πως ο Χριστός φέρνει τη ζωή στον άνθρωπο και πως αυτοί που ανταγωνίζονται τη διδασκαλία του Χριστού συσκοτίζουν και δε φωτίζουν, λένε ψέματα και όχι την αλήθεια.

Ακόμα λοιπόν και αν έρχονται μέσα από την Εκκλησία, δεν πρέπει να τους ακούμε, αλλά να μένουμε πιστοί σε αυτά που οι Απόστολοι μας παρέδωσαν. Οι ψευτοδιδάσκαλοι φροντίζουν για το δικό τους συμφέρον, ενώ οι δίκαιοι έρχονται από τον Θεό.

Ιωάννου Α’, 1

Δεκεμβρίου 27, 2008

Η πρώτη επιστολή του Ιωάννη είναι από τις αγαπημένες μου επιστολές της Καινής Διαθήκης. Και η επιστολή του Ιακώβου μου αρέσει πολύ. Ας ξεκινήσουμε με το πρώτο κεφάλαιο της επιστολής.

Ο Ιωάννης αρχίζει την επιστολή ξεκαθαρίζοντας πως θα μιλήσει για την εμπειρία του, για αυτά που έζησε. «Αυτό που ακούσαμε, αυτό που είδαμε με τα μάτια μας, αυτό που είδαμε και ψηλαφίσαμε με τα χέρια μας». Ο λόγος της ζωής δεν έχει θεωρητικό χαρακτήρα για τον Απόστολο Ιωάννη. Είναι θέμα προσωπικής πείρας, αισθήσεων και εμπειριών που αποκτήθηκαν πλάι στον Ιησού Χριστό, ο οποίος βρισκόταν σε σχέση με τον Πατέρα και φανερώθηκε στους ανθρώπους, ειδικά δε στους Αποστόλους.

Επειδή ακριβώς γνώρισε τον Ιησού, μπορεί να δώσει μαρτυρία περί Αυτού και να μας βεβαιώσει πως Αυτός είναι η Ζωή η Αιώνιος.

Αυτός είχε προσωπική πείρα και γι’ αυτόν τον λόγο μπορεί να μας μεταφέρει και εμάς την εμπειρία του ώστε να έχουμε και εμείς κοινωνία με τους Αποστόλους και με τον Θεό και με τον Χριστό, και να είναι η χαρά μας πλήρης, χωρίς να επισκιάζεται από το γεγονός ότι δεν έτυχε να γνωρίσουμε προσωπικά τον Χριστό.

Οι αυτόπτες μάρτυρες μας μεταφέρουν, μας κοινωνούν τον Χριστό.

Και ξεκινάει με το μήνυμα που ακούσανε οι απόστολοι, ότι δηλαδή ο Θεός είναι Φως και δεν υπάρχει καθόλου σκοτάδι σε Αυτόν.

Αλλά επειδή ακριβώς ο Θεός είναι φως, δεν μπορούμε να πούμε ότι βρισκόμαστε σε κοινωνία με τον Θεό και ταυτόχρονα να ζούμε στο σκοτάδι. Αυτό θα ήταν ψέμα. Πρέπει λοιπόν να αλλάξουμε ριζικά τη ζωή μας για να μπορέσουμε να έρθουμε σε κοινωνία με τον Θεό.

Εάν ζούμε τη ζωή μας στο φως, όπως και ο Θεός βρίσκεται στο Φως, έχουμε κοινωνία ο ένας με τον άλλο και το αίμα του Ιησού Χριστού, που είναι ο Υιός του Θεού, μας καθαρίζει από κάθε αμαρτία.

Προσοχή όμως: αν πούμε ότι δεν έχουμε καμία αμαρτία, πλανούμε τους εαυτούς μας και δε βρίσκεται μέσα μας η αλήθεια. Πρώτα λοιπόν να αναγνωρίσουμε και να εξομολογηθούμε τις αμαρτίες μας, να διαπιστώσουμε ότι όντως έχουμε πρόβλημα, για να μας συγχωρέσει τις αμαρτίες μας και να μας καθαρίσει από κάθε αδικία. Άλλωστε, αυτός που νομίζει πως είναι καθαρός δεν πρόκειται ποτέ να ζητήσει καθαρισμό και έτσι δεν πρόκειται και ποτέ να καθαριστεί.

Αν πούμε ότι δεν έχουμε αμαρτήσει βγάζουμε ψεύτη τον Θεό και ο λόγος του δεν υπάρχει μέσα μας.

Άρα, πρώτο βήμα είναι να συνειδητοποιήσουμε τις αμαρτίες μας και να ζητήσουμε καθαρισμό. Και ο Θεός είναι και άξιος εμπιστοσύνης και δίκαιος και μας αγαπάει και θα μας καθαρίσει και θα μας δώσει ζωή αιώνιο.

Εκκλησιαστής, 4

Δεκεμβρίου 16, 2008

Μετά το υπαρξιακό κενό και τον θάνατο, ο εκκλησιαστής έρχεται στο τρίτο πρόβλημα που προκαλεί πόνο στον άνθρωπο: η αδικία των ανθρώπων.

Τόσοι άνθρωποι υποφέρουν, στενάζουν κάτω από την τυραννία της αδικίας που υφίστανται από συνανθρώπους τους… Και γιατί όλα αυτά; Μάταιη είναι η επιθυμία και ο φθόνος των ανθρώπων. Αφροσύνη οδηγεί στην αδικία. Η αδικία δε γεμίζει τον άνθρωπο, δεν έχει νόημα.

Αυτά λέει ο εκκλησιαστής στο τέταρτο κεφάλαιο. Και συνεχίζει λέγοντας πως είναι καλύτερο να έχει ο άνθρωπος παρέα και να μην είναι μόνος του. Δεν είναι καλό για τον άνθρωπο να είναι μόνος του, λέει η Γένεση. Είναι καλό το ζευγάρι, λέει ο εκκλησιαστής, και όχι ο ένας μόνος του.

Καλύτερα να είσαι νέος και φτωχός αλλά σοφός, παρά γέρος βασιλιάς αλλά άφρονας. Με τη σοφία και βασιλιάς μπορεί να γίνει κανείς, ακόμα και αν προέρχεται από ταπεινά στρώματα. Η αφροσύνη του βασιλιά θα προκαλέσει δυσαρέσκεια στον λαό, γιατί το να βασιλεύεις χωρίς φρόνηση δε γεμίζει τον λαό.

Μας προσφέρει ο εκκλησιαστής κάτι από τη σοφία του εδώ. Μοιάζει με τα άλλα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης που περιέχουν απόσταγμα της σοφίας του συγγραφέα (Σοφία, Σοφία, Παροιμίες).

Το κεφάλαιο κλείνει με μια συμβουλή. Να προσέχουμε όταν πηγαίνουμε στον ναό του Θεού και να έχουμε τα αυτιά μας ανοιχτά για να ακούμε αυτά που λένε οι ιερές λειτουργίες και προσευχές. Και η θυσία μας να είναι καλύτερη από αυτή των αφρόνων, που πηγαίνουν δίχως μετάνοια και στέκονται ενώπιον του Θεού.


Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.